ΤΙΝΟΠΕΡΠΑΤΗΜΑΤΑ
Κεφάλαια για τις περιπέτειες της Έλλης από το Μυθιστόρημά μου 1000+1 Άνδρες
Κεφάλαιο 1ο
Σαραντάρα
Η
Έλλη πήρε το ημερολόγιό της και ξεκίνησε να γράφει. «Σαράντα. Σαράντα παρά για την ακρίβεια. Τελικά, η δήλωση της Νάνσυ για
το διαζύγιο της Έλλης: «Να ξέρεις πως αν
το επιτρέπεις, ο κάθε άνδρας θα σε γαμήσει με ένα δικό του μοναδικό τρόπο»
αποκτά μετά τα σαράντα άλλη διάσταση.
Πέρασαν μερικά χρόνια
και αντιλήφθηκα πως αν γουστάρεις έναν άνδρα και είναι τοξικός θα σου γαμήσει
κάθε κύτταρο από τον απομείναντα εγκέφαλό σου. Θα σου το πιει με το κουτάλι. Δεν
θα σου αφήσει ούτε το μεδούλι. Θα το κάνει βασανιστικά και αργά. Να. Τέτοιο γαμήσι
ονειρευόμουν πάντα. Βασανιστικό και αργό. Μόνο που ήθελα το γαμήσι αυτό να
είναι σωματικό και όχι ψυχολογικό.
Έχω πει χιλιάδες και
μια φορές πως το κεφάλαιο «Άνδρες» έχει κλείσει για μένα. Μετά από λίγο καιρό
όμως είχα την περιέργεια για τον τρόπο που θα σκαρφιστεί ο επόμενος για να με
ξεκάνει.
Όταν το σκεφτόμουν,
στο μυαλό μου ερχόταν εικόνα, να είμαι ξάπλα στο κρεβάτι ανάσκελα σε στάση
«αστερίας», όπως την αποκαλούσε ο Big, η οποία σαν να έλεγε «Εξέπληξέ
με». Ο Καθένας τους με εξέπληξε με το δικό του μοναδικό τρόπο και κάθε φορά που
αναρωτιόμουν, αν υπάρχει χειρότερο από αυτό που ζω τώρα, στην πορεία ζούσα αυτό
το χειρότερο».
Η
Έλλη έκλεισε το ημερολόγιο και ετοιμάστηκε να πάει στο παιδότοπο με τις φίλες
τις. Είχε μια παράδοση η μαμαδοπαρέα της. Μαζευόταν, για δυο τρείς ώρες, κάθε
Τετάρτη για να πούνε τα νέα τους και να παίξουνε τα παιδιά. Να μοιραστούνε τον
πόνο τους και απλά να ειδωθούνε.
Η
Έλλη ήταν φρεσκοχωρισμένη και έβρισκε διάφορους τρόπους να αποσπάσει το μυαλό
της από τους καθημερινούς καυγάδες με τον πρώην άνδρα της τον Jonny.
Προσπαθούσε να μην την πάρει από κάτω η και να πέσει σε κατάθλιψη.
Όταν
υπήρχε δυνατότητα, ταξίδευε μόνη της. Γέμιζε τα απογεύματα, στα οποία δεν είχε
παιδιά, με διάφορες δραστηριότητες. Για να τονώσει την αυτοπεποίθησή της
έβγαινε για καφέ και φαγητό με άνδρες που ήξερε από παλιά ή που γνώρισε
πρόσφατα.
Μετά
από μια ολόκληρη εβδομάδα είχε να πει πολλά στις φίλες της. Έπεφτε από τη
περιπτωσάρα σε περιπτωσάρα. Μετά από δέκα χρόνια γάμου, το φλερτ της φαινόταν άχαρο.
Είχε την αίσθηση πως πέρασαν από τότε που παντρεύτηκε εκατό χρόνια.
Της φαινόταν πως οι περισσότεροι από τους
άνδρες που συναντούσε η Έλλη ήταν ανώριμοι, εξαρτημένοι συναισθηματικά και
οικονομικά από τους γονείς τους. Αισθανόταν μεγάλο χάσμα ανάμεσα στον εαυτό της
και τους άνδρες που συναντούσε.
Οι
εμπειρίες της διασκέδαζαν τις παντρεμένες, αλλά και τις χωρισμένες φιλενάδες της.
Δεν βαριέσαι σκεφτόταν η Έλλη και το φλερτ είναι σπορ που θέλει εξάσκηση. Εξάλλου,
αν η ίδια, που ήταν life
couch
δεν
το κάνει, τότε πως να βοηθήσει τις πελάτισσές
της που τραβούσαν τα ίδια και χειρότερα.
Κεφάλαιο 2ο
Νίκος
-Μην
πίνεις άλλο, σε παρακαλώ, είπε η Νάνσυ διακριτικά στο αυτί του Νίκου και
χάιδεψε ναζιάρικα το πόδι του.
Παρόλο αυτά ο Νίκος σήκωσε το σφηνάκι
γεμάτο βότκα και έκανε την πρόποση. Όλοι παρευρισκόμενοι έκαναν τσιν τσιν και
όση ώρα άδειαζαν τα σφηνάκια επικρατούσε ησυχία. Η οικοδέσποινα Όλγα, η φίλη
του Νίκου και της Νάνσυ συνήθιζε να κάνει τραπεζώματα σε κάθε γιορτή για να
βρίσκονται «οι δικοί μας» και να κρατά την παράδοση και της συνήθειες από την
πατρίδα.
-Αν
ξαναπιείς, θα σκοτωθούμε,- είπε η Νάνσυ.
Φαινόταν αποφασιστική. Ο Νίκος δεν την
άκουγε. Κοιτούσε στο πουθενά. Υπήρχε μόνο
αυτός και η σκέψη του. Στο τραπέζι γύρω του όλοι έτρωγαν και γελούσαν. Ο Νίκος
είχε την εντύπωση πως έβλεπε τον εαυτό του και τους υπόλοιπους σε μια παλιά ασπρόμαυρη
τηλεόραση, δίχως να έχει ήχο. Όλα και όλοι ήταν φόντο.
Ο Νίκος σήκωσε και πάλι το σφηνάκι. Η
Άννα, μικρή κόρη της Όλγας, η οποία καθόταν δίπλα, παρατηρούσε την κάθε κίνηση
του Νίκου. Μόλις το σφηνάκι έφτασε στα χείλη του, η Άννα με πρόσωπο γεμάτο
αηδία, έλεγε δυνατά όσο κατέβαινε η βότκα στο στόμα του Νίκου: Μπλιάχ, μπλιάχ,
μπλιάχ…..
Ο Νίκος, ο οποίος συνήθιζε να πίνει το δροσερό
σφηνάκι μεμιάς, αυτήν την φορά κατάπινε σταδιακά τη βότκα στο ρυθμό του κάθε
«μπλιάχ» της μικρής. Το υγρό έκαψε τη γλώσσα του, το λαρύγγι και έφτασε στο
στομάχι. Από ανδρικό εγωισμό και μόνο, ο Νίκος δεν έβγαλε άχνα. Αφού δάκρυσαν
και κοκκίνισαν τα μάτια του, τα έκλεισε. Δεν πρόλαβε να ανακουφιστεί, ένιωσε το
πρόσωπο του να γεμίζει κρύο νερό.
Η Νάνσυ, βλέποντας την αδιαφορία του Νίκου,
άρπαξε ένα ποτήρι γεμάτο παγάκια και κρύο νερό και το έριξε στο πρόσωπου του
άνδρα της. Είδε έκπληκτο το πρόσωπο του Νίκου, πήρε την τσάντα της και βγήκε
από το σπίτι της Όλγας. Η εικοσάχρονη, τότε, Έλλη γούρλωσε τα μάτια και γύρισε
στον Άκη που σφιγγόταν και έκανε μεγάλη προσπάθεια για να μην γελάσει. Ο
μορφασμός του προσώπου του και οι σπασμοί του σώματός του έδειχναν να το
διασκεδάζει.
Το βράδυ πριν από τον ύπνο η Έλλη έβαζε
την κρέμα στα χέρια της και έκανε μασάζ στα λεπτά δάχτυλά της. Παράλληλα
κοιτούσε τον Άκη από τον καθρέφτη. Όταν συναντήθηκαν τα βλέματά τους, η Έλλη
τον ρώτησε:
-Καλά,
τι είναι αυτή η τσιότσια[1] Νάνσυ,
και χωρίς να περιμένει την απάντηση, περιέγραψε καρέ καρέ το απογευματινό
συμβάν.
Ήταν
η μοναδική φορά που δεν τον ενόχλησε αυτή η τάση της Έλλης να αναμασά τα
γεγονότα. Διότι ότι αναπαρήγαγε, το έκανε με μεγάλη λεπτομέρεια. Σχεδόν
ανατριχιαστική. Ώρες ώρες, αυτή η συνήθειά της, κούραζε τον Άκη και το κοινό της
τις φίλες της· και τους συγγενείς της.
Ο
Άκης την αγαπούσε και για να μην την στεναχωρήσει την άκουγε πάντα προσεκτικά ή
απλά έδειχνε να ακούει. Όχι σήμερα όμως. Σήμερα λύθηκε στα γέλια και σταμάτησε
να τραντάζεται, μόνο, όταν είδε να τον κοιτάει η Έλλη και να περιμένει την
άποψή του. Ο Άκης μαζεύτηκε και της είπε:
-Η
Νάνσυ δεν πίνει και είχε και άσχημη εμπειρία από τον πρώην άνδρα της, ο οποίος ήταν
πότης.
-Απίστευτη,
συνέχιζε η Έλλη.
Οι σκέψεις του Άκη τον ταξίδεψαν στο
παρελθόν και το πρόσωπό του σκοτείνιασε. Που να ξέρει η καλοαναθρεμμένη Έλλη
πως είναι να επιβιώνεις σε ένα σπίτι με έναν άνθρωπο που μεθά και κάνει δύσκολη
την καθημερινότητα των δικών του.
-Δεν
θα ήμασταν μαζί, αν έπινες. Μου αρέσει που δεν θέλεις το αλκοόλ, είπε η Έλλη
και έπιασε την ξύλινη χτένα για να χτενίσει τα μαλλιά της.
-Το
αλκοόλ καταστρέφει τον άνθρωπο,- της απάντησε ο Άκης, σηκώθηκε από το κρεβάτι, έσκυψε
πάνω της, την αγκάλιασε και συνέχισε,- Έλα, Έλλα!
Η
Έλλη έβαλε την χτένα στο ξύλινο κουτί, σηκώθηκε από την πολυθρόνα και φίλησε
τον Άκη στα χείλη. Ο δίμετρος άνδρας έπιασε και έριξε τη λεπτεπίλεπτη Έλλη στο
κρεβάτι. Έβγαλε κραυγή λύκου και έπεσε δίπλα της. Η κοπέλα γέλασε δυνατά και
όταν ίσιωσε το κορμί της, τον κοίταξε πονηρά.
[1] Τσιότσια (ρωσικά)- θεία, όταν υπάρχει συγγένεια. Ταυτόχρονα ανεξάρτητα από την συγγένεια, έτσι αποκαλούν στην Ρωσία οποιαδήποτε γυναίκα, γνωστή και άγνωστη.
Κεφάλαιο 3ο
Ντίνος
ο κομμουνιστής
Ένα
βράδυ του Οκτωβρίου μετά από τα μαθήματα ο Ντίνος, ο εκπρόσωπος της ΚΝΕ,
πλησίασε την Έλλη.
-Γεια
χαρά.
-Γεια
σου!
-Ντίνος.
Πως περνάς;
-Έλλη.
Χάρηκα. Ωραία. Εσύ;
-Μια
χαρά. Και εγώ χαίρομαι ιδιαίτερα που σε γνωρίζω. Έχεις έρθει από το εξωτερικό;
-Ναι.
-Σε
κατάλαβα.
-Αλίμονο.
Αφού μοιάζω με Ματριόσκα.
-Ματριόσκα;
-Τα
ρώσικα παραδοσιακά κουκλάκια.
Ο
Ντίνος γέλασε και είπε:
-Οι
μπαμπούσκες!
-Οι
μπαμπούσκες είναι τα παραδοσιακά κουκλάκια των Βούλγαρων.
-Σοβαρά;
Ενδιαφέρον. Έχεις καιρό που ήρθες στην Ελλάδα;
-Ναι
κοντεύω τρία χρόνια.
-Ήταν
έλληνες οι γονείς σου;
-Η
μαμά. Ο μπαμπάς μου είναι ρώσος.
-Άρα
μοιάζεις στο μπαμπά. Πάντως τα μιλάς πολύ καλά τα ελληνικά.
-Η
Ελλάδα και να μην ξέρει ελληνικά; Θα ήταν απίθανο.
-Σωστό
κι αυτό.
Οι
δυο τους γέλασαν και αντάλλαξαν μια ζεστή ματιά. Ο Ντίνος συνέχισε:
-Είσαι
αριστερή;
-‘Όχι.
Γράφω με το δεξί.
-Άλλο
ρωτάω. Ήταν κομμουνιστές οι γονείς σου;
-Α,
κατάλαβα. Ναι. Στο καθεστώς της ΕΣΣΔ δεν ευδοκιμούσε άλλος τρόπος σκέψης.
-Θα
πάω για ένα ποτάκι στο στέκι μας. Θέλεις να σου γνωρίσω τη παρέα μου;
-Ναι.
Παίρνω τα πράγματά μου κι πάμε. Είναι μακριά το στέκι σας;
-
Όχι εδώ κοντά. Έλα να σε βοηθήσω με τα πράγματα. Κουβαλάς και τα λεξικά μαζί
σου;
-Αναγκαστικά.
Από μικρή ήξερα να μιλάω, αλλά η γλώσσα των προσφύγων, συνήθως είναι
περιορισμένη και τα χρειάζομαι να εμπλουτίζω το λεξιλόγιό μου και να μαθαίνω τα
συνώνυμα.
Τα
παιδιά περπάτησαν μερικά στενά και βρέθηκαν σε ένα κουτούκι. Μέσα στο μαγαζί
υπήρχαν πολλές παρέες. Το ντύσιμό όλων αυτών των φοιτητών όπως σκισμένα τζιν,
ασιδέρωτα ρούχα, τατουάζ και αλυσίδες στο εξωτερικό θα μπορούσε να θεωρηθεί παραβατικό.
Ο
συνδυασμός φορέματος ή φούστας της αρβύλας με άρβυλα που είχαν μερικές κοπέλες της
φαινόταν σαν ιεροσυλία. Η Έλλη με δυσκολία φορούσε τα αθλητικά, πόσο μάλιστα ένα
αθλητικό παπούτσι με φούστα.
Το
μαγαζί είχε έντονη μυρωδιά του αλκοόλ. Δεν έβλεπες μπροστά σου από το καπνό. Η
λίγδα ετών στα αμπαζούρ και στους τοίχους δημιουργούσε μια περίεργη, συνωμοτική
ατμόσφαιρα. Οι πάτοι των παπουτσιών της κολλούσαν και σε κάθε της βήμα
χρειαζόταν να λυγίζει τα δάχτυλα και να ξεκολλά τις μπαλαρίνες τις από το
πάτωμα για να προχωρήσει.
Από τον ρυθμό της μουσικής τα τραγούδια που
παίζανε φάνηκαν να έχουν επαναστατικά μηνύματα. Οι τοίχοι του μαγαζιού ήταν
γεμάτοι από παλιές αφίσες. Αν κοιτούσες εξονυχιστικά το κάθε κείμενο και το κάθε
μανιφέστο, θα μπορούσες να καταγράψεις όλη την πορεία του ΚΚΕ. Η Έλλη δεν ήταν
πολιτικοποιημένη, αλλά ρουφούσε τη κάθε καινούρια πληροφορία από τον άγνωστο
για αυτήν κόσμο.
Μετά
από δυο μπύρες η Έλλη ετοιμάστηκε να φύγει. Ο Ντίνος σήκωσε τα βιβλία της από
την ξύλινη καρέκλα.
-Θα
σε πάω εγώ, είπε ο Ντίνος και συνέχισε, - Το αμάξι μου είναι στο πάρκινγκ
δίπλα. Που μένεις;
-Στον
Ευαγγελισμό. Είναι στο δρόμο σου;
-Ναι,
μην ανησυχείς.
Ο Ντίνος φόρτωσε τα βιβλία της Έλλης
στο πίσω κάθισμα και της άνοιξε την πόρτα. Στο αμάξι την ρωτούσε για την ζωή
στο εξωτερικό. Της είπε πως είναι πολύ όμορφη και άπλωσε το χέρι του στο μπούτι
της. Η Έλλη σοκαρισμένη έδιωξε το χέρι του και απάντησε:
-Σταμάτησε
το αμάξι, τώρα. Μπορεί να έχουμε ίδιες απόψεις για τα δημόσια αγαθά, αλλά όσον
αφορά το σώμα μου, δεν έχω σκοπό να το μοιραστώ μαζί σου.
Κεφάλαιο 4ο
Ο σάντουιτς
Από
την πρώτη μέρα που άνοιξε ένα ξυλουργείο κοντά στο καινούριο της σπίτι, η Έλλη είχε
διακρίνει ένα νεαρό μελαχρινό άνδρα. Χαιρετούσαν ένας τον άλλον. Την έχει δει πολλές
φορές με το αμάξι και τα παιδιά. Τον πρώτο χρόνο αντάλλασσαν ένα καλημέρα. Μόνο,
όταν αυτή του παρήγγειλε να της φτιάξει τις καινούριες ντουλάπες, οι δυο τους
ήρθαν κοντά.
Η
γνωριμία τους δεν άργησε να εξελιχτεί, ο Πέτρος την κάλεσε για ένα ποτό. Οι
φίλες της τίς είπαν πως δεν τον βλέπουν σοβαρό. Ότι για ποτό καλούν μια γυναίκα
που θέλουν να τη ξεπετάξουν. Η Έλλη, όμως είχε την περιέργεια και περίμενε με
ενθουσιασμό την πρώτη τους συνάντηση.
Το
βράδυ του Σαββάτου η Έλλη ντυμένη και βαμμένη περίμενε το τηλεφώνημά του. Την
ημέρα της συνάντησης στις εννέα και τέταρτο την κάλεσε και της είπε πως την
περιμένει στο μπαράκι της γειτονιάς. Η Έλλη για πρώτη φορά τον έβλεπε
καλοντυμένο. Το γαλάζιο μεσάτο πουκάμισο του πήγαινε πολύ. Είχε αναδείξει την
φαρδιά του πλάτη και αγκάλιαζε τη μέση του.
Για ώρες συζητούσαν για το παρελθόν. Ο
Πάνος παλιά ήταν αρραβωνιασμένος με μια Ρωσίδα. Του άρεσε η ρωσική κουζίνα και,
προπαντός, βότκα. Μια «stoli»,
έλεγε στον σερβιτόρο ξανά κι ξανά. Ο Πάνος ήπιε τρία ποτά. Η ίδια με το ζόρι
κατάφερε το martini
της. Ο Πάνος την γύρισε στο σπίτι της με τα πόδια. Πρότεινε να βγούνε το
επόμενο Σάββατο και δεν εμφανίστηκε.
Όποτε
εμφανιζόταν ο Πάνος, έβγαιναν για ποτό. Που και που και συζητούσαν φιλικά για
τις αποτυχίες στα προσωπικά τους. Της έκανε κομπλιμέντα και της τόνιζε πως
είναι υπέροχη μητέρα και ιδανική γυναίκα για σπίτι.
Όποτε η Έλλη τον συναντούσε έξω της έλεγε πως έχει
πολύ δουλειά. Πως τρέχει και δεν φτάνει και πως θα την πάρει τηλέφωνο. Στα social, όμως έστελνε μηνύματα και
σχολίαζε τα post
της. Αυτό κράτησε μερικά χρόνια.
Η Έλλη άρχισε να παρεξηγεί τη στάση
του Πάνου. Ένα βράδυ έτυχε να βγούνε και πάλι για ένα ποτό. Ο Πάνος της
εκμυστηρεύτηκε πως του αρέσει πολύ και πρότεινε να την πάει αύριο κάπου
ρομαντικά. Της είπε επίσης πως αποφάσισε να νοικοκυρευτεί και ήθελε να μιλήσουν
σοβαρά. Η Έλλη αισθανόταν δικαιωμένη και μάλωσε με τις φίλες τις που τον απέρριπταν
για υποψήφιο γαμπρό.
Το επόμενο βράδυ την πήγε για ποτό
στον Αστέρα. Η Έλλη κάθισε απέναντι και έβαλε τις γυμνές τις πατούσες στα πόδια
του. Ο Πάνος σταύρωσε τα χέρια και όλη τη βραδιά μιλούσε για την αδερφή του που
καλοπαντρεύτηκε. Η οποία σταμάτησε να δουλεύει και θέλει να της την γνωρίσει.
Όταν επιτέλους έφυγαν η Έλλη τον έπιασε από το χέρι. Ο Πάνος ανταποκρίθηκε.
Όταν όμως την άφησε έξω από το πατρικό
της πάλι δεν έκανε κίνηση να τη φιλήσει. Η Έλλη ήταν σκασμένη και αποφάσισε να
πάρει τη κατάσταση στα χέρια της.
-Θα
ανέβεις;
-Δεν
είναι στο σπίτι τα παιδιά;
-Όχι.
Είναι με το μπαμπά τους.
-Θέλεις
να έρθω;
-Ναι.
Δεν θέλω να μείνω μόνη μου σήμερα.
-Άσε
καλύτερα.
-Γιατί
καλέ. Μια ψυχή είναι να βγει, ας βγει.
-Πεινάς;
-Ναι.
-Πάω
να πάρω δυο σάντουιτς και έρχομαι.
-Οκ.
Η Έλλη χαρούμενη ανέβηκε πάνω. Έκανε γρήγορο
ντους. Φρεσκαρίστηκε και κοίταξε την ώρα. Πέρασε μισή ώρα. Τον κάλεσε. Δεν της απάντησε.
Την έπιασαν γέλια. Το πρωί πήρε τηλέφωνο τις φίλες της και αυτές, μετά από
πολύωρο κράξιμο, αποκάλεσαν τον Πάνο - «σάντουιτς».
Κεφάλαιο 5ο
Big
Ο
Big
της
Έλλης ήταν γοητευτικός άνδρας. Γιατί Big; Γιατί ήταν σε όλα του big ή
και large·
ψιλός, γενναιόδωρος, προικισμένος και, κυρίως, γιατί είχε λίγες μέρες διαφορά
με τον πατέρα της, αν και δεν του φαινόταν.
Πάντα
της άρεσαν μεγαλύτεροι άνδρες. «Τα φρούτα», έλεγε αυτή, «τα θέλω ώριμα».
Εξάλλου, ο πρώην άνδρας της την περνούσε δεκαπέντε χρόνια. Τι δεκαπέντε, τι
δεκαοχτώ. «Λεπτομέρειες», έλεγε αυτή, όταν η φίλη της η Νανά, μετά από την
έρευνα στο διαδίκτυο, ανακάλυψε την ηλικία του Big.
Ο
Big
ήταν
χωρισμένος. Οι δίδυμες κόρες του μόλις που πέρασαν στο Πανεπιστήμιο, οπότε είχε
μπόλικο ελεύθερο χρόνο και μπορούσε να προσαρμοστεί στο γεμάτο πρόγραμμα της
Έλλης. Οι δυο τους γνωριστήκαν τυχαία ένα απόγευμα.
Η
Έλλη περίμενε στο ιατρείο να την δει ο δερματολόγος-αισθητικός που ήταν
παρεμπίπτοντος κολλητός του Big. Έπιασαν κουβέντα, ξεκινώντας με τα αστεία με τις
σιλικονούχες γυναίκες και τα φουσκωμένα χείλη.
Αποδείχθηκε
πως είχαν πολλά κοινά ενδιαφέροντα. Ο Big είχε τρόπους, ήταν ελεύθερος
και, το σημαντικό, έδειξε ενδιαφέρον για την υγεία της. Επέμενε να έρθει στο
ιατρείο της για να ρίξει μια ματιά στον θυρεοειδή της.
Το
επόμενο απόγευμα η Έλλη ήρθε στο ιατρείο του. Μετά από την εξέταση και τα
παραπεμπτικά με τις εξετάσεις αίματος, της πρότεινε να πιούν ένα ποτό. Η Έλλη
αρνήθηκε. Αλλά πρότεινε να τον κεράσει φαγητό, γιατί δεν της πήρε τα χρήματα
για το ραντεβού.
Ο
Big
δεν
έχασε την ευκαιρία. Το Σάββατο οι δυο τους κάθονταν σε ένα ρεστοράν στη
Βουλιαγμένη με θέα το Λαγονήσι. Η βραδιά κύλησε όμορφα. Οι δυο τους γελούσαν.
Όπως κάθε σωστός άνδρας, ο Big πλήρωσε το τραπέζι κι της πρότεινε να κάνουν
βόλτα στο Πασαλιμάνι.
Σε
ένα φανάρι πάνω στη λεωφόρο Ποσειδώνος, ο Big γύρισε
και την φίλησε στο λαιμό. Η Έλλη τον τράβηξε από το πρόσωπό του και έγλειψε τα
χείλη του. Ο big
χαμογέλασε ικανοποιητικά.
-Αν
είμαι ανάγωγος, ζητώ ταπεινά συγνώμη. Δεν ρωτάνε τέτοια πράγματα τις κυρίες,
αλλά που θα ήθελες να συνεχίσουμε; Για ένα ποτό στο Πασαλιμάνι, σπίτι μου με
ένα μπουκάλι κρασί ή σε ένα πεντάστερο στη Μαρίνα Ζέα;
Η Έλλη τον έπεισε ξανά από το πρόσωπο
και του έδωσε παθιασμένο φιλί. Ο Big αναστέναξε. Την
έπιασε από τα μαλλιά και της ανταπέδωσε με ένα ζεστό φιλί. Πίσω τους κόρναραν
τα αυτοκίνητα που περίμεναν να φύγουν. Οι δυο τους γέλασαν.
-Κατάλαβα.
Τι θέλω και ρωτάω; Πάμε στο ξενοδοχείο.
-Ακριβώς.
Μου αρέσουν οι άνδρες που αναλαμβάνουν την πρωτοβουλία.
Η Έλλη γοητευμένη από τους τρόπους του
ιατρού, απολάμβανε τη σχέση τους, κάθε δεύτερο Παρασκευοσαββατοκύριακο. Είχε
και τα παιδιά της. Δεν μπορούσε να λείπει συνέχεια. Μαζί του αναπλήρωσε όλα όσα
της έλειπαν τόσα χρόνια στο γάμο.
Στην
ουσία η σχέση με τον ιατρό την έβγαζε από την ρουτίνα της. Κάθε δεύτερη Δευτέρα
το απόγευμα που βρίσκονταν για ένα σύντομο καφέ της έλεγε:
-Μπέμπα,
ετοίμασε τη βαλίτσα σου. Την Παρασκευή θα σε πάω βόλτα. Θα σου στείλω links με
τα ξενοδοχεία να επιλέξεις πιο σου αρέσει περισσότερα.
–Ναι, έλεγε η Έλλη καιι χτυπούσε τα παλαμάκια,
σαν μικρό κοριτσάκι και συνέχιζε, - Δεν είναι ανάγκη να τα δω. Σε εμπιστεύομαι.
Εξάλλου έχεις ωραίο γούστο, - και έκανε μια κίνηση με την παλάμη από πάνω μέχρι
κάτω, δείχνοντας το μικροκαμωμένο σωματάκι της.
Ο Big έλιωνε,
όταν έβλεπε την Έλλη, η οποία ώρες ώρες αντιδρούσε στις δηλώσεις του σαν
νηπειάκι. Η σχέση αυτή κράτησε εννέα μήνες. Η Έλλη έκλεισε το gestalt, λέγοντας στον Big, πως είναι κρίμα να το συνεχίζουν,
ενώ πλέον δεν ενδιαφερόταν για αυτόν. Ο Big δεν
τη ξεπέρασε ποτέ και συνέχιζε να της στέλνει τις ανθοδέσμες κάθε δεύτερο
Σαββατοκύριακο.
Κεφάλαιο 6ο
Ο αποπλανητής
Την
πολυπόθητη Τετάρτη, η Έλλη με τις μαμάδες φίλες της, βρισκόταν στο παιδότοπο.
Μετά από συνηθισμένες ερωτήσεις «Τι νέα;» και «Πως είστε;» η κουβέντα κατέληξε στο
kinky
θέμα
των μασάζ.
-Ευτυχώς
έχω τη Νάνσυ. Και δυνατό χέρι έχει και γυναίκα είναι.
-Μια
χαρά είναι το μασαζάκι. Ποια διαφορά θα μου τον έκανε,- αποκρίθηκε η Νανά.
-Τι
μου θυμίσατε - είπε η Καίτη και αφού έκανε ένα βλέμμα γεμάτο υπονοούμενα, συνέχισε,
- Ένα φεγγάρι πήγαινα μια φορά την εβδομάδα σε ένα κέντρο αποκατάστασης στο Νέο
Ηράκλειο και έκανα μασάζ κεφαλής. Την ημέρα που είχα το ραντεβού για μασάζ
ήμουν ενθουσιασμένη από το πρωί. Ας τον πούμε, Αλέξανδρο. Ήταν ξανθός με μεγάλα
δάχτυλα και μακριά μαλλιά. Ένας θεός. Πρέπει να παραδεχθώ στο ότι το μασάζ του
δεν ήταν μόνο ανακουφιστικό, αλλά ήταν και μια μικρή απιστία. Με το μασάζ του
τελείωνα. Όχι μια φορά. Πολλές.
-Τι
λες, Μαρί; Και δεν σου το είχαμε, - με ένα τόνο ζήλειας είπε η Φένια.
-Ναι.
Αυτό που άκουσες. Είχα βαρεθεί τον Μιχάλη. Κάθε μέρα φασολάδα. Ποιος δεν θα
είχε βαρεθεί; Οπότε οι συνεδρίες με τον Αλέξανδρο ήταν σαν μικρή και αθώα
απιστία. Καμιά ανταλλαγή υγρών. Ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Ξεχαρμάνιαζα και
παρέμεινα ντυμένη.
-Κιουρία,-
είπε η Νανά και όλες μαζί γελάσανε.
-Κορίτσια,
τι λέτε την επόμενη Τετάρτη να πάμε όλες για μασάζ, - πρότεινε η Φένια.
-Παπαδιά,
συμμαζέψου, θα μας κυνηγά ο Παπά-Λάμπρος με το λιβάνι, της απάντησε η Μαίρη.
-Συγνώμη,
οι παπαδιές δεν έχουν ψυχή; Δεν μπορώ να πάω για μασάζ ντυμένη; Να κάνω και εγώ
κεφαλής.
-Και
το Σάββατο θα πας για εξομολόγηση, - την ρώτησε η Έλλη.
-Μπράβο.
Για αυτόν ακριβώς το λόγο υπάρχει το μυστήριο της Εξομολόγησης. Πολύ βαρετή
έχει γίνει η ζωή μου.
-Πέντε
παιδιά, μάνα μου, που την βρίσκεις βαρετή,- ρώτησε η Καίτη την Φένια,- Ο ένας ρεύτηκε,
ο άλλος χέστηκε.
Η
Καίτη δεν μπορούσε να συνεχίζει από τα γέλια. Δεν την άφηναν να μιλήσουν.
-Δεν
έχεις να μας πεις τίποτα, ζαβολιάρα, - η Καίτη ρώτησε την Έλλη.
-Μαρτυριάρα,-
της απάντησε η Έλλη.
Τα
μάτια της έλαμψαν για μια στιγμή και μετά συνέχισε σοβαρή: - Εγώ έχω εμπειρία αποπλάνησης από το μασέρ.
-Ορίστε,
αφού δεν άφηνες να σε ακουμπάνε άνδρες. Πήγες να σου κάνει μασάζ άνδρας; - την
ρώτησε η Νανά.
-Σε
αυτό με βοήθησε η ψυχοθεραπεία. Ότι κι να έχουμε ζήσει, καλό είναι να το
προσπερνάμε. Η ζωή μου εκείνη την εποχή ήταν γεμάτη άγχος. Ο μασέρ φαινόταν να
ξέρει τη δουλειά του. Είπε πως όλες οι παθήσεις είναι από τα νεύρα. Είπε να μην
ντρέπομαι, πως δεν είναι τόσο άντρας όσο ιατρός. Οπότε χαλάρωσα και εγώ, αλλά
δεν ήξερα τι με περιμένει.
-Είσαι
απίστευτη,- είπε η Φένια.
-Μην
την διακόπτεις,- την έκοψε η Μαίρη.
-Λοιπόν,
μου είπε να πάρω το χρόνο μου. Χωρίς να βιάζεται και δίχως ίχνος αμηχανίας, μου
έκανε μασάζ σε όλο το σώμα και τα χέρια. Στην αρχή πονούσα, γιατί ξάπλωνε πάνω
μου και μου έκανε κρακ. Μετά μου είπε να γυρίσω ανάσκελα. Δίστασα, αλλά γύρισα.
Άρχισε να κάνει μαλάξεις στο στομάχι και στο στήθος μου. Έκλεισα τα μάτια μου
σοκαρισμένη, γιατί τα χέρια του κατέβαιναν σταδιακά στο επίμαχο σημείο…… Μετά
χαλάρωσα. Χάθηκα σε μια αίσθηση ευχαρίστησης. Αυτός εκεί, συνέχιζε να κάνει
εναλλαγές με τα χέρια του και μια με χάιδευε κάτω, μία στο στήθος μου. Το αίμα ήρθε
στο πρόσωπό μου. Το σώμα μου ήταν μουδιασμένο και έγινε ξένο. Ένας παλμός
ενθουσιασμού χτυπούσε στους κροτάφους μου, που μεγάλωνε με κάθε πάτημα του
χεριού του. Δεν τόλμησα να κουνήσω ούτε το δάχτυλο του χεριού μου. Ήθελα να
γίνω ένα με το κρεβάτι μασάζ. Να ριζώσω…… εκεί. Να μείνω εκεί για πάντα. Υπήρχε
κάτι απίστευτο, ανεπανόρθωτο και ασταμάτητο σε όλο αυτό. Έγινα η απόλαυση. Ήμουν
αυτός. Μη μπορώντας να σταματήσω την επίδραση που είχε πάνω μου, ήπια την
αδρεναλίνη της αμαρτίας που ξεχείλιζε. Όταν τόλμησα να ανοίξω τα μάτια μου και
να σηκώσω το κεφάλι τον είδα να βυθίζεται πάνω μου και χωρίς κανένα δισταγμό να
φιλάει το στήθος μου. Η γλώσσα του έκανε κύκλους γύρω από τη θηλή. Ο μασέρ μου έβγαλε
ένα πνιχτό μουγκρητό πόθου. Δεν αντιστάθηκα ούτε όταν μου τράβηξε το στριγκάκι μου.
Έβαλε το χέρι του εκεί. Έλιωσα, αλλά τον ρώτησα: «Προφυλακτικό…». Αυτός με
τράβηξε κοντά του και μπήκε μέσα μου όρθιος. Όλα τα άλλα ήταν πια ασήμαντα, ως
συνέχεια των βακχαναλίων. Τα χέρια, τα δάχτυλά του, το μεθοδικό του σπρώξιμο….
Όλο και πιο απαλά, πιο λαμπερά και πιο δυνατά! Έτρεμα, έκανα δυο δυνατά τραντάγματα
πάνω, εκεί - στην κορυφή της έκστασης... Η κορυφή…. Πυροτεχνήματα….. Η
ευχαρίστηση απλώθηκε στο σώμα μου σαν ηλεκτρικό κύμα. Χρειάστηκα μερικά λεπτά για
να συνέλθω, προσπαθώντας να ηρεμήσω τους χτύπους της καρδιάς μου για να
προσανατολιστώ … Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτήν την συνεδρία. Αυτή η ευχαρίστηση
κάλυψε τα πάντα. Είχα ξεχάσει τον καυγά με τη μητέρα μου, τον φόβο για το
μέλλον χωρίς δουλειά. Όλα! Ακόμα και τον Ντίνο. Τότε ήμασταν σε διαδικασία
διαζυγίου. Όταν έφυγα από το μασέρ βρήκα οκτώ αναπάντητες κλήσεις από τον αχαΐρευτο!
Ευτυχώς, είχα βάλει στο αθόρυβο το κινητό μου, αλλιώς δεν θα μπορούσα να
χαλαρώσω. Ήταν λίγο ντροπιαστικό και ταυτόχρονα υπέροχο! Αυθόρμητο, αναπάντεχο
και απροσδόκητο. Έζησα μια απαγορευμένη, φωτεινή και εκρηκτική απόλαυση, που
μάλλον ήθελα να ζήσω εδώ και πολύ καιρό, αλλά δεν τολμούσα να το παραδεχτώ στον
εαυτό μου. Δεν περπάτησα απλά, αλλά πέταξα μέχρι το σπίτι με μια απίστευτη
άνοδο της αδρεναλίνης ή ενδορφίνης. Ούτε που ξέρω κι εγώ… Εκείνη την ώρα δεν
ένιωσα τη παραμικρή σκιά αμφιβολίας, τύψεων, έστω και την λύπη για τον εαυτό
μου. Μόνο μεθυστική χαρά και αίσθημα απελευθέρωσης από τη σοβαρότητα μιας
απελπιστικής κατάστασης και, βέβαια πίστεψα στη σεξουαλικότητα και την ομορφιά μου,
στην οποία ο μασέρ δεν μπορούσε να αντισταθεί.
-Και,
- ρώτησε η Νανά.
-
Δεν τον ξαναείδα.
Κεφάλαιο
7ο
Σεναριογράφος
Μετά
από τρία χρόνια χωρισμού, οι πλούσιες εμπειρίες στο προσωπικό επίπεδο και οι
ιστορίες των πελατών της, οδήγησαν την Έλλη στο συμπέρασμα πως ένας άνδρας
πρέπει να κάνει σκληρή σωματική δουλειά ή να απασχολείται παραγωγικά τον
περισσότερο χρόνο της ημέρας. Δηλαδή να κουράζεται, κυρίως σωματικά. Το
τελευταία περιστατικό που κλήθηκε να αντιμετωπίσει είχε τσιμεντώσει την άποψη
της για το θέμα αυτό.
Η
πελάτισσά της είχε αγανακτήσει από την εφευρετικότητα του συζύγου της. Ενώ αυτή
ήταν δραστήρια και είχε δική της επιχείρηση, ο άνδρας της ήταν δημόσιος
υπάλληλος και τα απογεύματα είχε πάρα πολύ ελεύθερο χρόνο. Τα παιδιά τους έφυγαν
σε άλλες πόλεις για τις σπουδές. Αυτό
είχε ως αποτέλεσμα ο σύζυγος να είχε άφθονο χρόνο να δημιουργεί σενάρια για τα role playing games.
Αρχικά
ήταν ιδέα της πελάτισσάς της για να δώσουν μια σπίθα στην καθημερινό τους σεξ.
Από την άλλη ο σύζυγος το είχε παρατραβήξει. Δεν βοηθούσε κι η πρόταση της
Έλλης να δει την θετική πλευρά το ότι στα σχέδια τους περιλάμβανε τη γυναίκα
του και όχι τις άλλες. Η πελάτισσα της έλεγε ανένδοτη:
-Μα
έχει εθιστεί, λέει ότι έχει βαρεθεί το συνηθισμένο σεξ. Κωλοσυγγραφέας ή
συγγραφέας του κώλου. Τι είναι το σωστό;
Στο πρόσωπο της Έλλης ζωγραφίστηκε το
ερωτηματικό.
-
Είτε αυτός είναι το αφεντικό, και εγώ είμαι υπάλληλός του, ο οποίος αναγκάζει
να κάνω σεξ υπό την απειλή της απόλυσης, είτε είμαι νοσοκόμα και αυτός είναι
ασθενής, είτε αυτός είναι σύμβουλος και εγώ είμαι η πρωτοπόρος. Γενικά, σκαρφίζεται
πολλά και διαφορετικά σενάρια. Τι ήθελα και του το πρότεινα. Έχω ήδη βαρεθεί
αυτά τα παιχνίδια, θέλω το συνηθισμένο ανθρώπινο σεξ. Δεν μπορώ να κουβαλήσω τα
πόδια μου. Νιώθω μόνιμα κούραση. Πείτε μου τώρα πως τον στρέψω σε μια κανονική
σεξουαλική ζωή;
-Δεν
ξέρω, αν αυτό είναι δυνατόν. Πείτε μου όμως πως αισθάνεστε αυτήν την στιγμή;
-Αγανακτισμένη,-
είπε με δυσκολία η γυναίκα.
-Για
αρχή για να διατηρήσετε τις ισορροπίες καλό είναι να εκφράσετε την αγανάκτησή
σας στον άνδρα σας. Στην συνέχεια μπορείτε να προτείνετε μερικές εναλλακτικές λύσεις
στον σύζυγό σας. Καταρχήν επιστρέφετε κουρασμένη από την δουλειά. Έτσι δεν
είναι;
Η πελάτισσα έγνεψε το κεφάλι.
-Αν
σας ενδιαφέρει να διατηρήσετε το γάμο σας και να υπάρχει μια ωραία σχέση μεταξύ
σας, θα ήταν καλό να περιορίσετε σταδιακά τις ώρες που εργάζεστε και θα εντάξετε
τον σύζυγο στην δική σας επιχείρηση, όπου θα βοηθά και θα απεμπλακείτε από ένα
μέρος εργασίας που μπορεί να αναλάβει. Εκτός αν θα βρείτε άλλο τρόπο να
απασχολήσετε τον άνδρα σας. Αθλητισμός…. ή κάποιο χόμπυ. Νομίζω, πως δεν είναι
κακή ιδέα να του κάνετε δώρο έναν κύκλο σεμιναρίων Δημιουργικής Γραφής ή
Σεναρίου. Γιατί από ότι φαίνεται ο άνθρωπος έχει ταλέντο.
Η πελάτισσα από κουρασμένη και
ταλαιπωρημένη φάνηκε ευχαριστημένη. Σηκώθηκε και πλησίασε την Έλλη. Έσκυψε και
την φίλησε στα χείλη.
Κεφάλαιο
9ο
η Καίτη και ο μαλάκας
Η
Έλλη άναψε τα κεριά, έβαλε στην κούπα το ζεστό αρωματικό τσάι και άνοιξε το
ημερολόγιο. «Σήμερα για πρώτη φορά στην
ζωή μου κάπνισα χόρτο. Η Καίτη έστριψε τσιγάρο και, όταν το καπνίσαμε, επιτέλους,
οι φωνές στο κεφάλι μου σωπάσανε».
Η Έλλη περνούσε τη Καίτη πέντε χρόνια. Η Καίτη ήταν το παιδί της πιάτσας. Σε πουλούσε και σε αγόραζε. Το λεπτό μικροκαμωμένο σώμα της είναι γεμάτο με τατουάζ και σημάδια. Της έτυχαν πολλές αναποδιές.
Κάθε τατουάζ έχει νόημα για αυτήν. Το χελιδόνι με την ημερομηνία από επάνω – το παιδί που έχασε. Το μοναχικό κοριτσάκι που αγκαλιάζει τα γόνατά του – ο θάνατος του αγαπημένου της. Οι ουλές τής της θύμιζαν τις εγχειρήσεις. Οι χημειοθεραπείας δεν άφησαν κανένα αποτύπωμα στο σώμα της, μόνο παραπανίσιες ρυτίδες ως ένδειξη διαμαρτυρίας. Ευτυχώς, πάλεψε και τον νίκησε.
Πριν από τρία χρόνια την ώρα, όταν η Καίτη
είπε στην Έλλη για το καρκίνο, της κόπηκαν τα πόδια. Η φιλενάδα της και αυτή χωρισμένη
με δυο μικρά παιδιά, χωρίς δουλειά και με μπαγκάζια του παρελθόντος γεμάτα έδειχνε
ευάλωτη και απροστάτευτη. Η Έλλη αναρωτιόταν πως μπορεί να παλέψει κανείς μια τέτοια ασθένεια, όταν έχει ανοιχτά τόσα
μέτωπα;
Είχανε να ειδωθούνε δυο χρόνια. Τα δυο
χρόνια της καραντίνας. Τα δυο χρόνια που στερήθηκαν η μια την άλλη. Η Καίτη πρόσεχε
πολύ την υγεία της. Δεν ερχόταν σε επικοινωνία με κανέναν.
Τώρα
η Έλλη καθόταν στο σπίτι της Καίτης. Εμφανώς αλλαγμένες κι οι δυο απολάμβαναν
την παρέα μια της άλλης.
-Είμαι
πολύ χαρούμενη που είσαι καλά. Μου φαινόταν ακατόρθωτο να παλέψεις τον καρκίνο.
Συγνώμη που σε ρωτάω, αλλά πως την έχεις σκαπουλάρει;
Η Καίτη γέλασε και άνοιξε ένα ξύλινο
σκαλισμένο κουτί με σακούλες με βότανα που ήταν στο τραπέζι.
-Με
τα βότανα;
-Με
χασίσι.
Η Έλλη γούρλωσε τα μάτια. Θυμόταν πως
η Καίτη έκανε τουλάχιστον τρείς χημειοθεραπείες και το βασικό ήταν πως δεν της
είχαν πέσει τα μαλλιά. Είχε ακούσει, βέβαια για τα χάπια απεγινίνης που έφερναν
από το εξωτερικό, αλλά το ότι το μαύρο είχε θεραπευτικές ιδιότητες δεν το είχε μάθει
μέχρι τώρα.
-Με
χόρτο;
-Ναι.
-Φοβερό.
Δεν έχω δοκιμάσει ποτέ. Όλοι οι γκόμενοί μου αρνιόταν σφοδρά να μου φέρουν ένα
τσιγάρο.
-Θα
το δοκιμάσεις τώρα.
Η Έλλη δοκίμασε κανονικό τσιγάρο στα
δεκατέσσερά της. Δεν της άρεσε. Δεν καταλάβαινε το λόγο που όλοι γύρω της
κάπνιζαν. Το μισούσε, γιατί η μητέρα της κάπνιζε πολύ. Μύριζαν καπνό ακόμη και
τα δάχτυλά της.
Μικρή η Έλλη ορκίστηκε πως δεν θα
καπνίσει ποτέ. Απεχθανόταν τους καπνιστές. Τους αποκαλούσε «εξαρτημένοι», αν κι
πολύ της άρεσε η εικόνα μια γυναίκας με λεπτό τσιγάρο στο χέρι.
Η Καίτη άνοιξε πακέτο με slim τσιγάρα
και έδωσε στην Έλλη. Με δισταγμό η Έλλη είπε πως δεν ξέρει ούτε να το ανάβει. Η
Καίτη άναψε τον αναπτήρα και η Έλλη έφερε το τσιγάρο στα χείλη.
-Κάνε
μια μικρή τζούρα και κατάπιε τον καπνό.
-Αυτό
ήταν το κόλπο; Γιατί δεν καταλάβαινα το νόημα να μαζεύεις το καπνό στο στόμα, -
είπε η Έλλη και έβηξε.
-Το
χόρτο δεν το καπνίζουν, το πίνουν.
-Τι
άλλο θα μάθω στα σαράντα.
-Κάνε
πρώτα το τσιγάρο και μετά θα στρίψω ένα με το μαύρο.
Η Έλλη με το ζόρι κατέφερε το τσιγάρο.
Στο μισό του τσιγάρου παρατήρησε το σώμα της να μουδιάζει και να χαλαρώνει. Το
κεφάλι της έγινε βαρύ. Η Έλλη έκανε πίσω το κεφάλι και αναρωτήθηκε. Αν είναι
έτσι το απλό τσιγάρο, τότε το μαύρο πως είναι;
-Ο Γιώργος παντρεύτηκε, - έσπασε την σιωπή η Μαίρη.
-Ο μαλάκας που δεν ήθελε ούτε οικογένεια, ούτε παιδιά;
-Αυτός.
-Ξέχασες πως εδώ και χρόνια καταλήξαμε στην άποψη πως είναι
μαλάκας.
-Το θυμάμαι. Αλλά να παντρευτεί μέσα σε έξι μήνες μετά από τον
χωρισμό μας, να κάνει παιδί και να το βγάζει στα φεισμπούκια, - η Καίτη έκανε
τη γκριμάτσα κι φώναξε, - Ελάτε να δείτε πόσο ευτυχισμένος είμαι!
-Λυπάμαι. Καλό είναι να παραδεχθείς αν ζηλεύεις;
-Τι να ζηλέψω; Που στρώθηκε, παντρεύτηκε και έκανε το παιδί; Μπα,
- η Καίτη έκανε μια τζούρα κι έδωσε το τσιγάρο στην Έλλη, - Νιώθω ένα απέραντο
μίσος. Έχω διάθεση να τον σκοτώσω. Να ζηλέψω; Όχι.
Η Έλλη πνίγηκε. Η
πικρίλα από το χόρτο την έκανε να δακρύσει και αφού ήπιε λίγο νερό, συνέχισε:
-Τότε. Στείλε τους λουλούδια ή ένα ζιπουνάκι.
-Τι πράγμα;
-Εντάξει. Μην στέλνεις τίποτα. Μέσα σου συγχώρεσέ τον και
ευχαρίστησέ τον για αυτήν την εμπειρία.
-Αποτρελάθηκες, εντελώς;
-Εκτός από τη φίλη σου είμαι και ψυχολόγος.
-Σκατά ψυχολόγος είσαι.
-Είμαι, - απάντησε η Έλλη και τις έπιασαν νευρικά γέλια.
Πέρασε πολύ ώρα για να σταματήσουν να γελάνε. Μετά κλάψανε δίχως
αύριο. Κλάψανε τη μοίρα τους. Κλάψανε τις αποτυχίες τους. Όταν συνήλθαν και η
επήρεια από το μαύρο υποχώρησε, ξάπλωσαν στο χαλί του σαλονιού και
αποκοιμήθηκαν αγκαλιά.
Κεφάλαιο 10ο
Ευχαριστίες
Η
Έλλη κοιτούσε το είδωλό της στον καθρέφτη και κρατούσε ένα μακρόστενο μπουκάλι
άρωμα JEAN PAUL GAULTIER στο δεξί της χέρι. Το μωβ κολλητό φόρεμα με πούλιες ταίριαζε
απόλυτα με την άσπρη επιδερμίδα της και το αδύνατο σώμα της. Το μακιγιάζ της
ήταν βραδινό. Το μπουκλέ ξανθό μαλλί της αγκάλιαζε τους γυμνούς της ώμους.
-Περίμενα
πολλές φορές για αυτήν την στιγμή….,- είπε η Έλλη και αφού διόρθωσε το φόρεμα,
συνέχισε, - Πολλές φορές φανταζόμουν αυτήν την στιγμή…, - Φανταζόμουν τη κάθε
λεπτομέρεια αυτής της βραδιάς. Πως αντικρίζω ευτυχισμένη τους καλεσμένους…
Μπροστά σε όλο τον κόσμο να διορθώσω το κάτω μέρος του φορέματός μου….
Η
Έλλη κοίταξε το μπουκαλάκι που κρατούσε, τράβηξε το φόρεμα της για να καλύψει
τη διχάλα ανάμεσα στο στήθος και είπε:
-
Ήταν πολλοί που με βοηθήσανε να φτάσω ως εδώ….
Τα
δάκρυα κύλισαν στο λευκό πρόσωπό της. Η Έλλη πήρε βαθιά ανάσα και μετά από λίγη
ώρα συνέχισε:
- Ας ξεκινήσω με τον πατέρα μου…… Προσπαθώ να θυμηθώ μια γλυκιά
ανάμνηση πατέρα και κόρης και δεν βρίσκω……. Ωστόσο σε ευχαριστώ. Η ψυχολόγος
μου λέει να βρίσκω κάθε τι θετικό….. Οπότε σε ευχαριστώ που ήρθα σε αυτόν τον
κόσμο….. Σε αυτόν τον άθλιο κόσμο. Σε ευχαριστώ…. Σε ευχαριστώ που ήσουν απών σε όλη μου τη ζωή. Σε
ευχαριστώ, πατέρα,….. που, όταν, τελικά, αποφάσισες να μπεις στη ζωή μου, το
έκανες για να μου φορτώσεις τα προβλήματά σου. Σε ευχαριστώ…. που πάντα
σκεφτόσουν τον εαυτό σου, που κοιτούσες
μόνο τον πούτσο σου και έκανες πέντε παιδιά από διαφορετικές γυναίκες! Σε ευχαριστώ
που εσύ και οι άλλοι δεν ήρθατε εκείνη την μέρα που χαροπάλευα στο νοσοκομείο……
Γιατί τότε έδωσα τον όρκο ότι θα σας εκδικηθώ. Να γίνω διάσημη και να
μετανιώσετε που με αφήσατε. Ναι. Σας ευχαριστώ και τους δυο. Σε εσένα, αδερφούλα
μου, έχω ένα ιδιαίτερο ευχαριστώ, που με απάλλαξες από τον Άκη! Που μπήκες στο
βρακί του. Που τα φτιάξατε πίσω από την πλάτη μου και που δεν τον παντρεύτηκα.
Σε ευχαριστώ!
Η Έλλη πήρε βαθιά ανάσα, σήκωσε ψιλά το άρωμα που κρατούσε και
συνέχισε: - Ένα ευχαριστώ στη μαμά μου, χάρη στην οποία ο μισός μου μισθός
φεύγει στους ψυχολόγους. Ευχαριστώ που με την αδιαφορία της και με τους
πολλοστούς άνδρες που έφερνε στο σπίτι, παραλίγο να βιαστώ, αλλά παρέμεινα
παρθένα μέχρι τα είκοσι, γιατί σιχαινόμουν τους άνδρες. Σε ευχαριστώ, μανούλα!
Που με έκανες να σε μισήσω τόσο πολύ που αναγκάστηκα να φύγω μακριά σου… Σε
ευχαριστώ γιατί αν έμενα μαζί σου, δεν ξέρω πως θα είχε εξελιχθεί η ζωή μου. Ένα
μεγάλο ευχαριστώ σε όλους τους άνδρες που έχω γνωρίσει, ας μην τους ονοματίσω
έναν έναν, γιατί θα μείνουμε για μέρες εδώ πέρα… Α, μην ξεχάσω, άλλο ένα μεγάλο
ευχαριστώ χρωστάω στον πρώην άνδρα μου, τον Ντίνο. Σε ευχαριστώ, διπολικέ ψυχάκια!
Σε ευχαριστώ που με κατέβασες από το ροζ σύννεφό μου και μου έδειξες το
πραγματικό κόσμο, όχι τόσο όμορφο και καλοπροαίρετο όπως το φανταζόμουν…. Σε
ευχαριστώ που με ξυλοφόρτωνες! Σε ευχαριστώ, γιατί εσύ με έκανες να πεθάνω για
να ξαναγεννηθώ! Σε ευχαριστώ! Χάρη σε εσένα είδα πόσο όμορφη είναι η ζωή χωρίς
εσένα! Χάρη σε εσένα αγάπησα τη ζωή χωρίς εσένα! Και, τέλος, να ευχαριστήσω
όλους όσους που με ρωτούσανε «Πότε θα γίνω μάνα!». Ευχαριστώ! Ευχαριστώ!
Ευχαριστώ!, - είπε, στέλνοντας φιλιά προς όλες τις κατευθύνσεις και άρχισε να
φωνάζει:
- Ασχολήσου με την
αυτοβελτίωσή σού! Γίνε επιτυχημένη! Δούλεψε τη σχέση με τον
άνδρα σου! Γίνε καλή κόρη! Γίνε μια τέλεια σύζυγος! Γίνε μια υπέροχη μητέρα!
Κάθε μέρα να μαθαίνεις κάτι καινούριο! Να πηγαίνεις γυμναστήριο για να έχεις
υπέροχο σώμα! Να γυμνάζεις το κώλο να είναι σφριγηλός! Να πίνεις πολύ νερό! Να
είσαι κοινωνική και ευγενική! Να μαθαίνεις ξένες γλώσσες! Να γίνεσαι καλύτερη
μέρα με τη μέρα! Να σκέφτεσαι θετικά! Χαμογέλα! Μείνε ανοιχτή σε κάθε τι
καινούριο! Εκμεταλλεύσου τις ικανότητες σου και τα ταλέντα στο έπακρο!
Η
Έλλη έκανε υπόκλιση, ξανασήκωσε το χέρι στο οποίο κρατούσε το άρωμα και το
πέταξε στο είδωλό της, φωνάζοντας:
-
Αϊ στο διάολο!
Μετά
μούγκρισε και έριξε κάτω το έπιπλο που πριν από λίγα λεπτά φιλοξενούσε τον
καθρέφτη. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Μάζεψε τα μαλλιά κότσο και γύρισε προς την
ομάδα.
-Οι
περισσότερες από εσάς ταυτίστηκαν με κάποιες φράσεις. Λυπάμαι πολύ. Λυπάμαι
πολύ που πονέσατε. Λυπάμαι πολύ που πληγωθήκατε. Λυπάμαι και από την άλλη,
χαίρομαι που έστω και με αυτές τις συνθήκες βρισκόμαστε εδώ - οι αδερφές του
πόνου - οι αδερφές που ένωσε η αδικία….. Είμαι εδώ για να μοιραστώ μαζί σας
τρόπους να απαλλαχτείτε από αυτό το πόνο και να κλείσετε τις πληγές.
Ο στόχος των συναντήσεων μας να θεραπευτούμε από τις πληγές του παρελθόντος και να αγαπήσουμε τον εαυτό μας. Αδερφές μου, καλώς ήρθατε στο πρόγραμμα «Ο ευτυχισμένος εαυτός μου».
Κεφάλαιο 11ο
Bodybuilder
Με
το Μιχάλη η Έλλη είχε γνωριστεί ένα χρόνο πριν το διαζύγιο. Ο Μιχάλης ήταν
συμφοιτητής της Νανάς. Κάθε φορά που τον συναντούσε η Έλλη με τη μαμαδοπαρέα,
στη παραλία Λεγραινά, ο Μιχάλης καθόταν δίπλα της και της έπιανε κουβέντα. Της
έλεγε πως του άρεσε το σώμα της.
Όταν
μετά από ένα χρόνο ο Μιχάλης έμαθε πως η Έλλη έχει πάρει διαζύγιο, εκδήλωσε το
ενδιαφέρον του και προσκάλεσε την Έλλη για έναν καφέ. Η Έλλη εξαρχής δεν
τρελαινόταν για το άτομό του, αλλά ήταν περίεργη να γνωρίσει μια τέτοια
περσόνα.
Ο Μιχάλης ήταν δημόσιος υπάλληλος. Αφιέρωνε
πολύ χρόνο για το σώμα του, να το πρώτο καμπανάκι! Επίσης, τα καλοκαίρια την
έβγαζε με τη σκηνή σε μια απομακρυσμένη παραλία στο Σούνιο, να το δεύτερο
καμπανάκι! Η Έλλη έχει κοιμηθεί στη σκηνή δυο φορές στη ζωή της, κι αυτές ήταν
πριν από δεκαπενταετία. Εξαρχής φαινόταν το πράγμα. Δεν ταιριάζανε.
Ο Μιχάλης στις γυμνασμένες του πλάτες
είχε ένα διαζύγιο, ευτυχώς χωρίς παιδί. Ήταν σαράντα πέντε ετών και ζούσε με
τους γονείς του. Να το, το τρίτο καμπανάκι!
Πρώτα
την είχε καλέσει να πιούνε καφέ με την παρέα του, όπου ο καθένας πλήρωσε το
καφέ του. Αυτό δεν ήταν τέταρτο καμπανάκι. «Ήταν ορχήστρα από καμπάνες»,
σχολίασαν οι φίλες της σε μια από τις συναντήσεις τους.
Όμως, όταν είχαν βγει για καφέ μόνοι τους, την
είχε κεράσει, αλλά στην πορεία είπε πως καλό είναι το ζευγάρι να μοιράζεται τα
λεφτά και δεν θέλει να φορτωθεί τα έξοδα για μια γυναίκα. Πόσο μάλιστα για τα
παιδιά της.
Το ίδιο απόγευμα, μετά το καφέ η Έλλη
κατέληξε στο σπίτι της Νάνσυ. Αφού τα είπε στη τσιότσια για το ραντεβού της με
το Μιχάλη, γέλασαν πολύ.
-Θυμήθηκα
μια δική μου εμπειρία, - της είπε η Νάνσυ, - Ήταν εμφανίσιμος και περιποιημένος
ο άνδρας που γνώρισα. Μετά από το φαγητό στην ταβέρνα, πηγαίναμε για το σπίτι
μου. Στον δρόμο κοιτούσε τις βιτρίνες και μου έλεγε, «Μα τι ωραίο αυτό, τι
ωραίο που είναι εκείνο». Μα το Θεό, χειρότερα και από μια γκόμενα έκανε. Στο
τέλος με ρώτησε, αν θα του το αγοράσω.
-Πλάκα
με κάνεις; Έπεσες σε ζιγκολό!
-Αμ
δεν σφάξανε! Του είπα πως είναι πολύ ακριβό το λουκάνικό του, πως μου είναι
πολύ πιο εύκολα να ανοίξω τα πόδια μου , παρά το πορτοφόλι μου.
Η Έλλη άρχισε να τραντάζεται από τα
γέλια. Οι δυο γελούσαν και δάκρυζαν. Αφού ηρέμησαν η Έλλη θυμήθηκε:
-Δεν
σου είπα, δεν παρέλειψε να μου πει πως του αρέσουν οι τσουπωτές και επειδή με
είδε αδυνατισμένη είπε πως πέρυσι ήμουν δεκαράκι και φέτος έπεσα στα εφτά.
-Κάτσε,
- είπε η Νάνσυ και άνοιξε το κινητό της, -Έχω προφίλ σε μια εφαρμογή γνωριμιών.
-Εσύ;
-Ναι.
Τι πειράζει;
-Μα
ποίον θα βρεις μέσα; Οι συνομήλικοί σου είναι στον τάφο!
-Χαζή
είμαι. Ψαρεύω πενηντάρηδες. Και εδώ έχει βαθμολογία!
Η Έλλη δεν μπορούσε να σταματήσει να
γελά. Έπιασε με το χέρι της την κοιλιά.
-Να
κοίτα, εδώ. Του γράφω με το μέγιστο το δέκα πόσο μου βάζεις;
-Και
τι σου απάντησε;
-Όσο
χωράει θα σου βάλω.
Κεφάλαιο 12ο
Ο βίγκαν
Η Έλλη ήξερε τον Αλέξανδρο από παλιά.
Οι δυο τους τότε ήταν συμβασιούχοι στο Δήμο Ηρακλείου. Η Έλλη, τότε, ήταν
αρραβωνιασμένη με τον Άκη. Έβλεπε πως ο Αλέξανδρος την είχε αδυναμία. Με τα
χρόνια χάθηκαν και ξανασυναντήθηκαν τυχαία στο ταχυδρομείο της πλατείας Κοτζιά,
αφού η Έλλη είχε χωρίσει με τον Γιάννη.
Ο Αλέξανδρος και αυτός γεννημένος στην
Τασκένδη και την περνούσε δέκα χρόνια. Ήταν διαβασμένος. Μιλούσε άπταιστα έξι
γλώσσες. Τώρα υπηρετούσε στο Υπουργείο Πολιτισμού. Είχε χαρεί ιδιαίτερα για συνάντηση
τους και αυτό φαινόταν στα μάτια του.
Η Έλλη ήταν εντυπωσιασμένη με το πόσο
καλλιεργημένος ήταν. Μπορούσαν να συζητάνε μέρα νύχτα για διάφορα θέματα. Είχε
τις δικές του απόψεις. Ενημερωνόταν, κυρίως, από τα ξένα μέσα μαζικής
ενημέρωσης. Ήταν ευγενικός, είχε τρόπους και το σημαντικό είναι πως ήταν
πατριωτάκι. Ταίριαζαν τα χνώτα τους. Δικός μας - «nash[2]»
όπως αποκαλούσαν οι πρόσφυγες ένας τον άλλον.
Ο Αλέξανδρος με την πρώτη ευκαιρία την
κάλεσε για φαγητό. Η Έλλη πιθύμησε παϊδάκια και ο Αλέξανδρος την πήγε στο
καλύτερο μαγαζί με τα κοψίδια. Ο ίδιος δεν έτρωγε κρέας εδώ και χρόνια. Εδώ και
μήνες ήταν στο στάδιο να κόψει και το ψάρι.
Το πρώτο που την ρώτησαν οι φίλες τις
στο εβδομαδιαίο meeting,
αν ο Αλέξανδρος πλήρωσε το φαγητό.
-Ναι.
Πλήρωσε. Ήταν κύριος σε όλα του.
-Μόνο
εσύ θα μπορούσες να το κάνεις αυτό, φιλενάδα, Να πας τον βίγκαν στην
χασαποταβέρνα και να τον βάλεις κaι
να πληρώσει το τραπέζι- πετάχτηκε η Νανά.
-
Δεν καταλαβαίνω τους άνδρες βίγκαν. Εγώ που είμαι πενήντα κιλά θέλω καθημερινά
μια γερή δόση κρέατος. Ένα γαϊδούρι ένα εβδομήντα με δυο μέτρα που τη βρίσκει
τη δύναμη; Αναρωτιέμαι αν έχει στύση. Μάλλον δεν κάνει μαραθώνιο σεξ. Α, τελικά
πως είναι στο κρεβάτι; - ρώτησε η Μαίρη.
-Και
που ξέρω εγώ.
-Δεν
είχε συνέχεια;- επέμενε η Φένια.
-Όχι.
-Γιατί
φοβόσουν μην σου φάει όλο το γκαζόν στο σπίτι σου; - την ρώτησε η Φένια.
-Έχεις
εσύ μια γλώσσα, παπαδιά, από εδώ μέχρι τη Μάντρα.
-Έλλη,
τι έχει η Μάντρα; Ξέχασες πως σε πήγα εκεί στην Αγία Μαρίνα στον πνευματικό μου
κaι
σου είπε πως το Πάσχα θα μείνεις έγκυος;
-Πως
δεν θυμάμαι. Ξεχνιούνται αυτά.
-Για
συνέχισε,- ρώτησε η Μαίρη.
-Δεν
μου άρεσε το φιλί του. Δεν μπορώ να τον δω σαν άνδρα.
-Ε,
όχι, - διαμαρτυρήθηκε η Νανά, - Χάσαμε κι άλλο ένα κορμί, πατριώτη!
Η Φένια μούντζωσε την Έλλη και όλες γέλασαν
δυνατά.
Κεφάλαιο 13ο
O Azax
Η
Έλσα, η θεραπευόμενη της Έλλης, μια περιποιημένη πενηντάρα είχε πάθους με άνδρες
βλάχους. «Από βλάχο σε βλάχο πας», έλεγαν οι φίλες της. Η Έλσα σπούδαζε στην
Λάρισα, όπου την ημέρα της ορκωμοσίας, γνώρισε τον πρώτο της άνδρα. Θεωρούσε
τους βλάχους έξυπνους. Διέκρινε εξαιρετικό γούστο που έχουν οι βλάχες και την
νοικοκυροσύνη τους. Στους άνδρες της άρεσε η φυσική τους γοητεία και το ότι
ήταν ετοιμόλογοι.
Η Έλσα, λόγω γάμου ξέμεινε στη Λάρισα
για δώδεκα χρόνια. Τόσο άντεξε η ψυχούλα της. Μακριά από τους δικούς της, με
άνδρα αδιάφορο για την οικογένεια του και την Έλσα. Και πολύ άντεξε. Μια μέρα
κάλεσε το φορτηγό και φόρτωσε τα πράγματά της και τα πράγματα των παιδιών και
έφυγε.
Για πολλά χρόνια ο πρώην σύζυγος την
τάραζε στα δικαστήρια. Αργότερα ηρέμησε. Τα πρώτα χρόνια μετά το διαζύγιο η
Έλσα δεν είχε χρόνο για την προσωπική ζωή. Όμως έβρισκε χρόνο για τα ταξίδια.
Σε μια από τις εξορμήσεις του Συλλόγου η
Έλσα τον γνώρισε τον Γιάννη.
Ευτυχώς,
για την Έλσα ο Γιάννης δεν ήταν βλάχος. Ο
γοητευτικός πενηντάρης υπηρετούσε στο Γενικό Επιτελείο Στρατού. Μαζί πήγαιναν
εκδρομές και ταξίδια. Ο Γιάννης ήταν χωρισμένος, είχε παντρευτεί δυό φορές,
αλλά δεν είχα παιδιά.
Ήταν μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα.
Είχε γυρίσει όλο τον κόσμο και είχε διαφορετικές αντιλήψεις για το κάθε τι.
Μιλούσε τρείς γλώσσες και έζησε για πολλά χρόνια στο εξωτερικό. Το μοναδικό
ελάττωμά του ήταν η τάξη και η καθαριότητα, όπως του κάθε Παρθένου. Ο Γιάννης
μετά από κάθε φαγητό ψέκαζε τον πάγκο της κουζίνας και το τραπέζι με Azax.
Στην επιστροφή από την θάλασσα,
ανάγκαζε τους συνεπιβάτες του να καθαρίζουν τα πόδια και τις σαγιονάρες και
μετά τους έβαζε να φορέσουν τα νάιλον παπουτσάκια μιας χρήσης. Δεν συζητώ να
βραχούν τα καθίσματα του αυτοκινήτου. Είχε πανέμορφο Jeep και
στο κρεβάτι είχε αντοχές ίσα με όλη τη φυλή Cherokee.
Μετά από έξι μήνες, την Έλσα είχε
κουράσει η σχολαστικότητά του και η μόνιμη διάθεση του για σεξ. Η Έλσα είχε δυο
παιδιά και ασχολιόταν με την οικογενειακή επιχείρηση, οπότε δεν είχε πολύ χρόνο
για έναν απαιτητικό σύντροφο. Ο Γιάννης ήταν ερωτευμένος με την Έλσα και σε
κάθε τους συνάντηση, δεν την άφηνε να πάρει ανάσα. Όταν ήταν χώρια και δεν
διάβαζε ή ταξίδευε, ο Γιάννης έτριβε το σπίτι του με διάφορα καθαριστικά. Η
Έλσα τον άφησε για έναν μικρότερο.
Αελάρας
Μετά το διαζύγιο η Έλλη, ελπίζοντας να βρει μια σοβαρή σχέση, είχε
εμβαθύνει και διάβασε ότι σχετικό είχε βρει για τα λάθη, τα οποία κάνουν οι
γυναίκες στα πρώτα ραντεβού, και, γενικώς, στις σχέσεις. Οπότε στο τέλος της
χρονιάς, η Έλλη ήταν έτοιμη για δράση.
Στο ρεβεγιόν των Χριστουγέννων γνώρισε τον
Αλέξη. Είχε συνηθίσει, βέβαια, ψηλό άνδρα, αλλά είπε στον εαυτό της, δεν
βαριέσαι, ότι έτυχε. Το παλικάρι ήταν μισή μερίδα, μπροστά σε αυτό που είχε
συνηθίσει. Σκέφτηκε: «Πάρε ότι σου έφερε ο Αγ. Βασίλης και μην μιλάς!».
Γοητευτικός ήταν. Δεν είχε παράπονο. Γενναιόδωρος ήταν. Πλήρωσε και τα
ποτά.
Αφού
γνωριστήκανε καλύτερα, της έλεγε κομπλιμέντα στο αυτάκι. Η Έλλη πάντα ήταν
χορευταρού, έτσι και σε αυτό το ρεβεγιόν τα έδωσε όλα. Εδώ που τα λέμε, ακόμη και
τον ύμνο να άκουγε κουνιόταν στο ρυθμό του. Αφού κατέβασαν ότι κατέβασαν μαζί με
τη μισή μερίδα, είπανε να φύγουν.
Ο Αλέξης πρότεινε
να την πάει σπίτι. Στο δρόμο την ρώτησε αν έχει πάει στο Πάρκο των
Χριστουγέννων και αφού έλαβε αρνητική απάντηση την πήγε μια τσάρκα γύρω από το
πάρκο με το αμάξι του. Η Έλλη φορούσε γούνα, λεπτό φορεματάκι και ψηλοτάκουνα,
δεν ήταν ντυμένη κατάλληλα για μια βόλτα στο πάρκο στις τέσσερεις τα χαράματα.
Κάποια στιγμή ο Αλέξης την ρώτησε:
-Περνάω πολύ ωραία μαζί σου. Θα ήθελες να συνεχίσουμε;
Η Έλλη αισθανόταν μοναξιά και ήθελε
παρέα.
-Κι εγώ περνάω όμορφα μαζί σου και δεν έχω πρόβλημα να καθίσουν
κάπου.
-Παραμονή Χριστουγέννων, χαράματα, πάμε σπίτι μου και αν δεν
νιώσεις άνετα, φεύγεις.
Η Έλλη διψασμένη για κουβέντα συμφώνησε,
σκέφτηκε πως η παρέα της τον ξέρει, ο αδερφός της έχει δουλέψει μαζί του, άρα είναι
safe. Όταν μπήκε στο σπίτι, ο Αλέξης της έδειξε την κρεβατοκάμαρα. Ο Αελάρας περίμενε
να ερεθιστεί από το θέαμα η γυναίκα. Ο τείχος πάνω από το κρεβάτι είχε σημαία
της ΑΕΛ. Επειδή, διάβασε πολλά για τα λάθη των γυναικών, έδειξε ενθουσιασμό.
Όχι ότι δεν της άρεσαν τα άλογα. Όχι όμως βυσσινί άλογα.
Ο Αλέξης
ήταν ευγενικός. Μιλούσαν για ώρες. Γύρω στις έξη το πρωί άρχισε να τους παίρνει
ο ύπνος στο γωνιακό καναπέ του Αλέξη. Ο καθένας έπιασε την γωνία του. Οι δυό
τους αποκοιμήθηκαν. Κάποια στιγμή η Έλλη ένοιωσε ένα χάδι και ανταποκρίθηκε στο
φιλί του. Της άρεσε το φιλί του.
Δεν ήθελε, όμως να συνεχίσει, γιατί δεν
αισθανόταν άνετα. Η Έλλη προσπάθησε να φύγει πριν γίνει το κακό. Την ώρα που
φορούσε τα ψιλοτάκουνά της τής είπε: «Μείνε λίγο ακόμη, δεν θα κάνουμε τίποτα».
Αφού η Έλλη ενέδωσε και έμεινε, το συμβάν έχει επαναληφθεί και αυτή τη φορά. Χάδι.
Φιλί. Βάλε, βγάλε τις γόβες.
Επιτέλους, η Έλλη κατάφερε να φύγει,
αφού τον είχε πείσει πως δεν μπορεί να το κάνουν, γιατί δεν τον ήξερε καλά. Η
ώρα έφτασε εφτά το πρωί. Η Έλλη μπήκε στο ταξί. Το αυτοκίνητο ξεκίνησε και λίγα
μέτρα μακριά ο ταξιτζής φρέναρε. Οι δυο τους έμειναν παγωτό.
Μπροστά στο δρόμο τους συνουσιαζόταν
δυο κουνέλια!!!! Ναι, κουνέλια. Ένα πάνω στο άλλο. Οι δυο τους κοιταχτήκανε.
Αναρωτήθηκαν, αν τους φάνηκε και γελάσανε. Τουλάχιστον κάποιος το ευχαριστήθηκε
την παραμονή των Χριστουγέννων, σκέφτηκαν οι δυό τους.
Αφού η μισή
μερίδα, ενώ δεν την καλούσε σε ραντεβού, την τρέλανε στα μνήματα. Έγραφε πως θα
την κάνει και θα τη ράνει. Την γκάστρωνε, γραπτώς, για άλλους δυο μήνες. Κάθε
φορά που μεθούσε και έβλεπε καμία κοινοποίηση που έκαναν οι φίλες της Έλλης στα
φεισμπούκια, όταν έβγαιναν, της έστελνε μηνύματα, πως θα έρθει εκεί που είναι,
να τη βλέπει να χορεύει και να καυλώνει.
Κεφάλαιο 15ο
Courier
-Μάλλον δεν ήταν καλή ιδέα να φέρω την Ανέττα στο καρναβάλι της Πάτρας. Αισθανόμουν ευάλωτος κάτω από τα φώτα
των προβολέων. Οι καρναβαλιστές με τις μάσκες τους με τρόμαζαν. Σαν να προσπαθούσαν
να με ξεμπροστιάσουν. Η Ανέττα, αντιθέτως, διασκέδαζε την πορεία. Τα χέρια μου
ίδρωναν και τα αυτιά μου βούιζαν. Η ερώτησή της γύριζε στο μυαλό μου. «Ότι
έχεις κάνει φυλακή;» Και το αθώο γέλιο της, που τώρα με πλήγωνε. Δεν κοιμήθηκα
όλη νύχτα. Αναρωτιέμαι αν σοβαρολογούσε ή το είπε για αστείο. Η Ανέττα κατά
καιρούς δοκιμάζει τους ρόλους που μαθαίνει στην Σχολή πάνω μου. Πολύ θα ήθελα η
ερώτησή της να είναι από την άσκηση που απλά είχε για το σπίτι. Πολύ θα ήθελα
να μπω στο μυαλό της και να μάθω τι σκέφτεται. Όντως ξέρει ότι έχω κάνει φυλακή
ή ήταν αστείο της στιγμής; Ήμουν ηλίθιος, όταν ξεκίνησα την κουβέντα πως πρέπει
να της πω κάτι. Θέλω να γυρίσω πίσω και να διαγράψω αυτά τα δευτερόλεπτα που
ήθελα να με καταπιεί η γη. Έχω χάσει τον ύπνο. Δεν έχω όρεξη να φάω.
Ο θεραπευόμενος
μιλούσε λαχανιασμένος. Κάποια στιγμή άρχισε να βήχει. Ήπιε νερό. Δεν πρόλαβε να
πάρει ανάσα και συνέχισε:
-Η Ανέττα είναι ότι καλύτερο μου έχει συμβεί. Είναι τόσο απλή και
άνετη που νομίζω πως δεν μου αξίζει. Δεν μπορεί. Έχω μετανιώσει. Έχω εκτελέσει
τη ποινή μου. Στάθηκα τυχερός και έμεινα μόνο έναν χρόνο στη φυλακή. Άρχισα να συχνάζω στην βιβλιοθήκη. Έγινα
άλλος άνθρωπος. Σπουδάζω. Δουλεύω. Έχω πάρει τη ζωή στα χέρια μου. Θα κάνω τα
πάντα να είμαι δίπλα της.
Ο θεραπευόμενος σταμάτησε
να μιλάει και περίμενε την απάντηση της Έλλης.
-Είμαι πολύ περιφανή για σένα. Έχεις κάνει πολύ καλή δουλειά.
Ξέρεις πως έχεις τη στήριξή μου. Θυμάμαι πόσο δύσκολο ήταν και όμως τα
κατάφερες μια χαρά. Αντιλαμβάνεσαι πως έχεις πολύ καιρό να αναφέρεις την φυλακή
στις συνεδρίες. Υπήρχε. Είναι μια εμπειρία. Όσο και να θέλεις να διαγράψεις ότι
έχει σχέση με την παραμονή σου στη φυλακή, δεν μπορείς….. Ήταν γερό ταρακούνημα….
Λυπάμαι. Αν θέλεις να προχωρήσεις έμεινε να αποδεχτείς το παρελθόν σου και να το
μοιραστείς με την Ανέττα.
-Και αν δεν θα με θέλει πια;
-Θα της δώσεις το δικαίωμα να επιλέξει. Σύμφωνα, με τις περιγραφές
σου είναι φιλοσοφημένο άτομο.
-Φοβάμαι. Μήπως την χάσω.
-Το καταλαβαίνω. Είναι λογικός ο φόβος σου. Αυτή την στιγμή χάνεις
τον εαυτό σου. Έχεις στην ζυγαριά την υγεία σου. Δουλεύεις σκληρά και
σπουδάζεις παράλληλα. Συντηρείς μόνος σου τον εαυτό σου. Αντιλαμβάνεσαι ότι
κάνεις μια επικίνδυνη δουλειά και πρέπει να είσαι ξεκούραστος και προσεκτικός.
Αν συνεχίσεις έτσι θα σε τρώει το σαράκι και θα σε εμποδίσει να πετύχεις ότι
άλλο έχεις υποσχεθεί στον εαυτό σου. Δεν χρειάζεται να βάζεις στο μυαλό σου
άσχημα σενάρια. Δράσε. Θα νιώσεις την ανακούφιση.
Κεφάλαιο 16ο
Γυμναστής
-Οι γυμναστές;
-Α καλά, οι γυμναστές είναι μια ειδική κατηγορία, έβλεπες πως
προσπαθούσαν να χουφτώσουν ότι έπεφτε στα χέρια τους. Τώρα δεν το έβλεπαν οι
πελάτισσες ή είχαν ανάγκη τη δόση τους - απάντησε η Έλλη στη Νανά.
-Τι εννοείτε; - ρώτησε η Φένια.
-Είναι πέφτουλες,- είπε η Μαίρη.
-Θυμάμαι, όταν πήγαινα στο γυμναστήριο στην Κηφισιά, ο ιδιοκτήτης
έβγαζε τη βέρα κάθε φορά που με έβλεπε. Ερχόταν κουνιστός και λυγιστός και μου
έπιανε κουβέντα. Ήταν αρραβωνιασμένος, αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να θεωρεί τον
εαυτό του ελεύθερο.
-Έχεις δίκιο, Νανά. Ορισμένοι άνδρες, ακόμη κι όταν συζούνε
συνεχίζουν να θεωρούν τον εαυτό τους ελεύθερο, - είπε η Φένια κι συνέχισε, - Γι’
αυτό τα κορίτσια πρέπει κατευθείαν να παντρεύονται.
-Τι λες, καλέ. Οι παντρεμένοι δεν απατάνε τις γυναίκες τους; - την
ρώτησε η Έλλη.
-Δυστυχώς, Φένια μου, πολλοί άνθρωποι, όχι μόνο άνδρες δεν τηρούνε
τα δεσμά του γάμου. Μου έχει τύχει περιστατικό στο γυμναστήριο, όπου η κοπέλα
ερωτεύτηκε τον γυμναστή της.
-Και; - ρώτησε η Φένια τη Νανά.
-Τα είχανε περίπου ένα χρόνο. Στο τέλος έγινε μεγάλος χαμός, γιατί
ο άνδρας της κοπέλας τους παρακολουθούσε και τους έκανε ρεζίλι μπροστά σε όλη
τη πελατεία, αποκαλύπτοντας πως ο γυμναστής ήταν παντρεμένος, είχε παιδιά και
έβγαινε και με άλλες δυο-τρείς πελάτισσες.
-Του έκλεισε το μαγαζί ο κερατάς,- δήλωσε η Φένια.
-Κλαίω, - είπε η Καίτη και ρώτησε τη Νανά, - Αυτές που είχε
απαυτώσει του πλήρωναν κι τις συνδρομές;
-Φαντάζεσαι να χρέωνε τις υπηρεσίες του μέσω της συνδρομής. Και
πλήρωναν, και απατήθηκαν και έγιναν ρεζίλι των σκυλιών, - είπε η Νανά.
-Δεν ξέρω. Εγώ δεν τους μπορώ, - είπε η Μαίρη, - Θυμάστε το Θωμά;
-Σωστά. Που τον θυμήθηκες τώρα. Ο Θωμάς δεν ήταν γυμναστής, τη
ρώτησε η Έλλη.
-Ακριβώς. Μαγείρευε αυτά τα φρικτά φαγητά χωρίς ίχνος λίπους. Με
τρέλανε στο κήρυγμα για τη σωστή διατροφή. Το πρωί, το μεσημέρι και το βράδυ
έπινε τη πρωτεΐνη. Συνέχεια γυμναζόταν
και σήκωνε βάρη. Που να του μείνει δύναμη για το βράδυ, όταν γύριζα από τη
Σχολή και ήμουν ξαναμμένη.
-Εσύ, κυρία μου, είσαι θερμό κορίτσι. Τους τρως δυο δυο. Τι να τον
κάνεις τον τζούφιο γυμναστή.
-Με ξέρεις, φιλενάδα,- απάντησε η Καίτη στη Νανά.
-Και πόσο κράτησε το μαρτύριό σου,- ρώτησε η Έλλη.
-Τρείς μήνες. Όταν κατάλαβα ότι το γαριδάκι δεν αποδίδει τον
σχόλασα για τον Μέμο.
-Το Μέμο τον δικηγόρο;
-Μπράβο, Έλλη, όλα τα θυμάσαι.
-Και αυτός ήταν τζούφιος.
-Ώστε και αυτό το θυμάσαι;
-Ξεχνιέται αυτός. Ήταν πολυλογάς.
-Α μπράβο. Μιλούσε πολύ και λίγα έκανε.
-Κάτι σε τράβηξε πάνω του, αφού δεν σου αρέσουν οι πολυλογάδες,-
τη ρώτησε η Νανά.
-Γνωριστήκαμε στο latin party. Χόρευε
ωραία.
-Συγνώμη οι χορευτές υποτίθεται δεν το κάνουν ωραία;
-Έλλη μου, δεν ξέρω. Εγώ την πάτησα πάντως.
-Σε χόρεψε στο ταψί, - είπε η Φένια κι γέλασε.
-Δεν θα έλεγα. Στο πρώτο, άντε στο δεύτερο ραντεβού φαίνεται το
πράγμα.
-Πάνε τα χρόνια που μας ξεγελούσανε, - πρόσθεσε η Νανά.
Κεφάλαιο 17ο
Ο
Ασφαλιστής
-Τιότουσκα[3],
δεν μου κάθονται.
-Από
πότε;
-Όσο
ήμουν παντρεμένη και φορούσα την βέρα και το μονόπετρο είχα μεγαλύτερη απήχηση,
παρά τώρα που είμαι ελεύθερη. Μόλις λέω πως είμαι χωρισμένη με αποφεύγουν σαν
να είμαι ψειριάρα.
-Άντε
καλέ. Υπάρχει κατηγορία αντρών που εσκεμμένα βγαίνουν με τις παντρεμένες. Ούτε
δώρα τις κάνουν. Ούτε ταξίδια τις πάνε. Τακτοποιούν έτσι δυο τρείς παράλληλα.
-Όπως ο
κρεοπώλης ο παρηγορητής;
-Τα
έμαθες και εσύ;
-Ναι.
Δέκα χρόνια στην γειτονιά και χαμπάρι δεν πήρα.
-Δεν
φτάνει που είναι χοντρός και κακάσχημος, εκθέτει τις κυρίες.
-Κυρίες
είναι αυτές;
-Και οι
κυρίες έχουμε ψυχές.
-Δεν πιστεύω
να πηγαίνεις στον κρεοπώλη;
-Αφού
ξέρεις πως δεν τρώω κρέας.
-Αυτό
είναι το πρόβλημά σου.
-Όχι. Μου
είναι ότι πρέπει ηλικιακά, αλλά δεν βλέπεται. Θα χρειαστώ να πιώ πολύ για να
τον δω όμορφο και δεν μου αρέσει το ποτό.
-Καλά
λες. Οι άνδρες λένε πως δεν υπάρχουν άσχημες γυναίκες, υπάρχει λίγο αλκοόλ.
-Να πάω
με τον κρεοπώλη και να χάσω το συκώτι;
-Δεν
λέει.
-Κρίμα
που δεν γνώρισες τον Παύλο μου, όταν ήταν ακόμη εδώ.
-Αλήθεια
πως περνάει στην Ελβετία;
-Πώς να
περνάει. Με γυναίκες να μοιάζουν με χρηματοκιβώτια;
-Τόσο
απελπιστική η κατάσταση;
-Με τις
ξένες την βγάζει.
-Πάλι
καλά.
-Άσε.
Στην Ελβετία, εκτός από την φύση το πιο όμορφο μέρος είναι η προσωπική
τραπεζική θυρίδα. Τίποτε άλλο.
-Μην μου
μιλάς για τις τράπεζες.
-Πάει ο
Γιωργάκης;
-Δεν
παίζεται ο άνθρωπος. Δεν φτάνει που ήθελε να μου πουλήσει όλα τα τραπεζικά
προϊόντα. Ήθελε να κρατά και τα οικονομικά μου.
-Ωραίος
κατευθείαν στο ψητό. Φαντάζομαι ήθελε να σε ασφαλίσει.
-Μόνο;
Έκανε και πρόγραμμα δεκαετίας. Ήρθε στο σπίτι μου να το εκτιμήσει.
Προγραμμάτισε πότε θα παντρευτούμε. Τι θα κάνουμε τα λεφτά που θα πάρουμε από
τους καλεσμένους.
-Χρυσό
μου, δεν είπαμε δεν τους αφήνουμε να μιλάνε. Γάμησε τον και άφησέ τον.
-Ωραία τα
λες. Χρειάζομαι συναίσθημα.
-Κάτσε
άλλα πέντε χρονάκια. Να δω τι θα μου πεις.
-Εσύ τι
λέει ο Μήτσος;
-Βλέπω να
τον σχολάω. Το μόνο καλό πάνω του είναι ο πούτσος.
-Υπερβάλλεις.
Να, σου έκανε ανακαίνιση.
-Με χίλια
ζόρια και άφησε και ένα σωρό εκκρεμότητες.
-Αφού τον
απασχολείς.
-Τι να
τον κάνω. Να τον προσεύχομαι σαν το Θεό;
-Να τον
προσκυνάς.
-Σκύψε
ευλογημένη!
-Ακριβώς.
-Κάπου
διάβασα πως ο άντρας δεν είναι Θεός, δεν θέλει τη ψυχή σου. Άρα κορμί. Ε, δώσε
του το.
-Προσπαθώ,
αλλά δεν ανταποκρίνεται στις ορέξεις μου.
-Θα τον
καταφέρεις εσύ. Θα του σηκώσεις τη τρίχα κάγκελο σαν τη Βάνα Μπάρμπα στη ταινία
«οι Ιππείς της Πύλου»
-Κάθε
φορά που βλέπω έναν παπαγάλο, θυμάμαι την ταινία.
-Έχει
πλάκα.
-Δεν μου
λες όλα καλά στο γυναικολόγο;
-Όχι.
-Τι
συνέβη;
-Μ’ είπε
τσιγκούνα.
-Ήθελε
παραπάνω λεφτά;
-Όχι. Με
αποκαλεί τσιγκούνα, γιατί δεν το δίνω.
-Σοβαρά;
Καλά σου λέει ο άνθρωπος. Κάνε κάποιον ευτυχισμένο.
-Λέει ότι
για λόγους υγείας, πρέπει να κάνω έρωτα.
-Αυτός
είναι δικός μας.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου